Ο Πανοπεύς ήταν η κοντινότερη προς τη Χαιρώνεια πόλη της Φωκίδας. Οι σχέσεις των δύο πόλεων βρίσκονταν σε εύθραυστη ισορροπία, όπως και οι σχέσεις Βοιωτίας και Φωκίδας εν γένει. Σήμερα το χωριό λέγεται Άγιος Βλάσιος, ενώ η ονομασία Πανοπέας έχει διατηρηθεί για την οχυρωμένη από την αρχαιότητα ακρόπολη που δεσπόζει στο λόφο επάνω από το σύγχρονο οικισμό.
Η ακρόπολη του Πανοπέα κατοικήθηκε για πρώτη φορά κατά το 18ο αιώνα π.Χ. Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο οχυρώθηκε με κυκλώπεια τείχη. Τμήματα της οχύρωσης αυτής είναι ορατά στη νότια κλιτύ της ακρόπολης. Ο Φίλιππος Β΄ κατά την προέλασή του προς τη Φωκίδα κατά τον Γ΄Ιερό πόλεμο το 346 π.Χ. κατέστρεψε τον Πανοπέα, αλλά φρόντισε να τον περιβάλει εκ νέου με ισχυρό τείχος λίγο πριν την τελική αναμέτρηση με τους αντιπάλους του στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ. Τα τείχη που είναι σήμερα ορατά είναι κτισμένα με μεγάλους ορθογωνισμένους λίθους στους οποίους παρεμβάλλονται λοξοί αρμοί για μεγαλύτερη σταθερότητα. Τα τείχη έχουν τρεις πύλες εισόδου, στα Ν, Δ και Β.

Παρά τη φαινομενική ισχύ τους, τα τείχη δεν άντεξαν σε δύο μεταγενέστερες επιδρομές, αυτή του ρωμαϊκού στρατού το 198 π.Χ. και αυτή του μιθριδατικού στρατού το 86 π.Χ.Οι ανασκαφές του Πανοπέα ξεκίνησαν στις αρχές του αιώνα, το 1907, υπό τον Γ. Σωτηριάδη. Εξακολουθούν αποσπασματικά ως σήμερα, ενώ συνοδεύονται από εργασίες καθαρισμού, αποκατάστασης και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου.
Πρόσφατες έρευνες δυτικά της ακρόπολης, οι οποίες ακολούθησαν κάποιες καταγγελίες για εκτεταμένες λαθρανασκαφές, έφεραν στο φως εκτεταμένες νεκροπόλεις του αρχαίου Πανοπέα. Οι περισσότερες ταφές χρονολογούνται στα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια. Οι τάφοι φαίνονται ομαδοποιημένοι. Σε ένα εκ των αγροτεμαχίων όπου πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές ήρθαν στο φως 27 ταφές ενηλίκων, ενώ σε άλλο αγροτεμάχιο βρέθηκαν αποκλειστικά παιδικές ταφές, 22 τον αριθμό. Σε κάποιες άλλες τοποθεσίες οι ταφές είναι μικτές. Οι τάφοι φαίνεται ότι ακολουθούσαν έναν γενικό προσανατολισμό Α-Δ και ότι ήταν διατεταγμένοι σε οριζόντιες παράλληλες σειρές.

Οι τάφοι κλασικής περιόδου είναι κεραμοσκεπείς. Απαντούν ωστόσο και κιβωτιόσχημοι, λακκοειδείς, καθώς και πυρές. Τα παιδιά θάβονταν με τη μέθοδο του εγχυτρισμού, με τη χρήση δηλαδή κεραμικών σκευών ως σαρκοφάγων. Τα κτερίσματα περιλαμβάνουν κυρίως κεραμικά αγγεία (κάνθαρους, σκύφους, κοτυλίσκες, οινοχόες, μυροδοχεία κ.ά), μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ένας μελανόμορφος σκύφος με επίθετο διονυσιακό προσωπείο ύστερης αρχαϊκής-πρώιμης κλασικής περιόδου. Βρέθηκε επίσης μικρός θησαυρός με 5 χάλκινα νομίσματα Φιλίππου Ε’ .